ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ
 
ΦόρουμΦόρουμ  ΗμερολόγιοΗμερολόγιο  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  Κατάλογος ΜελώνΚατάλογος Μελών  Ομάδες ΜελώνΟμάδες Μελών  ΕγγραφήΕγγραφή  ΣύνδεσηΣύνδεση  

Μοιραστείτε | 
 

 Μερικές σκέψεις

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
dikastis.gr
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 153
Ημερομηνία εγγραφής : 08/07/2011

ΔημοσίευσηΘέμα: Μερικές σκέψεις   Τρι Νοε 01, 2011 10:12 am

Με αφορμή την πρόσφατη διατύπωση διαφόρων απόψεων από πολλά πρόσωπα εντός και εκτός του δικαστικού σώματος για τις διεκδικήσεις και το θεσμικό ρόλο των δικαστών, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις, οι οποίες με απασχολούν εδώ και καιρό αλλά μέχρι πρότινος δεν δόθηκε η αφορμή γραπτής αποτύπωσης και ευρείας εξωτερίκευσής τους.
Θεωρώ ότι θα συμφωνούσαμε αρκετοί εξ ημών ότι λόγω των χαμηλών τόνων και της εν γένει προσεκτικής συμπεριφοράς, η οποία πρέπει να μας χαρακτηρίζει σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, δεν είναι δυνατό να ακουστούν ευρέως στην ελληνική κοινωνία οι θέσεις του δικαστικού σώματος επί των ζητημάτων που άπτονται της δικαιοσύνης. Ναι μεν σε μεγάλο βαθμό δεν έχουμε διατυπωμένες θέσεις υπό την έννοια των προγραμματικών διακηρύξεων που έχουν άλλοι φορείς (κοινωνικοί, συνδικαλιστικοί, πολιτικοί κλπ) και αυτό είναι φυσιολογικό λόγω της ιδιαίτερης θέσης μας ως δικαστών, αλλά κατά το μάλλον ή ήττον πιστεύουμε διαχρονικά σε ορισμένες αρχές που σχετίζονται με τη θέση μας έναντι της υπόλοιπης κοινωνίας, των δύο άλλων συντεταγμένων λειτουργιών του κράτους και το ρόλο των μέσων ενημέρωσης, τα οποία διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τη γνώμη των περισσότερων συμπολιτών μας για τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της. Αν και θα έπρεπε να είναι ευχερές να πληροφορηθούν τις θέσεις αυτές όσοι συμπολίτες μας ενδιαφέρονται, αυτό καθίσταται σε μεγάλο βαθμό ανέφικτο λόγω της μακρόχρονης προσήλωσής μας στην αυτοσυγκράτηση και στις μετριοπαθείς διατυπώσεις, η οποία έγινε δεύτερη φύση και καθορίζει καταλυτικά την απόφαση και τον τρόπο εκφοράς του λόγου μας. Για το λόγο αυτό, κάθε φορά επικρατούν οι αναστολές έναντι της θαρραλέας διατύπωσης των θέσεών μας. Πιστεύουμε ότι η ηχηρή διακήρυξή τους θα ερμηνευθεί ως συμπεριφορά εκφεύγουσα του πρέποντος πλαισίου και ενδεχομένως απειλητική για άλλους δημόσιους λειτουργούς. Έτσι, η νηφάλια συμπεριφορά και η τήρηση του μέτρου που πρέπει να μας χαρακτηρίζει ακόμη και έξω από τις αίθουσες των δικαστηρίων οδήγησε σταδιακά στον αυτοπεριορισμό μας σε στενότερο χώρο από αυτόν, στον οποίο έπρεπε να κινηθούμε. Επί της ουσίας, εμείς οι ίδιοι αναιρέσαμε διά της μακρόχρονης αδράνειάς μας την ελευθερία του ευπρεπούς λόγου, την οποία θεωρητικά δεν μας στερεί η δικαστική ιδιότητά μας. Για λόγους διακριτικότητας δεν τοποθετούμαστε επί διαφόρων ζητημάτων που επηρεάζουν άμεσα τους συμπολίτες μας και έτσι, αργά αλλά σταθερά, δημιουργήθηκε σειρά παρεξηγήσεων αναφορικά με το ρόλο και την πολιτεία μας, π.χ. ότι είμαστε μία κλειστή κάστα, εξυπηρετούμε ιδιοτελείς σκοπούς, συμβιβαζόμαστε με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, αδιαφορούμε για το κοινό συμφέρον κλπ.
Στις οριακές στιγμές που βιώνει η χώρα μας με την κατακρήμνιση των βεβαιοτήτων που μας συνόδευαν επί δεκαετίες και εν όψει του ότι ήδη σποραδικά γίνεται λόγος από επίσημα χείλη ότι πρέπει να εισέλθουμε σε διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, ο θεσμικός διάλογος αναπόφευκτα τείνει να μετακινηθεί από το πεδίο των νομοθετικών ρυθμίσεων στο αξιακό πεδίο. Ήδη όλο και περισσότερο αρχίσαμε να συζητάμε, όχι τι επιτρέπεται, αλλά τι θα έπρεπε να ισχύει. Στη νέα αυτή πραγματικότητα οφείλει το δικαστικό σώμα να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του έναντι των δύο άλλων λειτουργιών του κράτους και κατ’ επέκταση έναντι ολόκληρης της κοινωνίας. Παραθέτω ενδεικτικά μερικές σκέψεις, χωρίς συστηματική ενότητα, για ορισμένα σημεία, τα οποία πρέπει να μας απασχολήσουν στο μέλλον, όχι μόνο με τη σύνταξη επιστημονικών άρθρων στα νομικά περιοδικά, αλλά μέσω ανοιχτότερου στο μέτρο του δυνατού διαλόγου με ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας μας:

Α) Ο έλεγχος αντισυνταγματικότητας των νόμων εξαιρεί τον έλεγχο της εσωτερικής συνταγματικότητας, δηλαδή τα δικαστήρια δεν δικαιούνται να ελέγχουν, εάν ο εφαρμοζόμενος νόμος ψηφίσθηκε σύμφωνα με την προβλεπόμενη απαρτία και πλειοψηφία. Έτσι, εφαρμόζονται νόμοι που ψηφίστηκαν από λίγους βουλευτές, χωρίς τη νόμιμη απαρτία, κατά παράβαση του άρθρου 67 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρόκειται για την αρχή ότι η διαδικασία ψήφισης των νόμων ανήκει στα interna corporis της Βουλής, τα οποία εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου. Οι επιστήμονες του συνταγματικού δικαίου θα μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν διεξοδικά υπέρ αυτής της αρχής και, ειδικότερα, για το εάν η απαγόρευση αυτού του ελέγχου εδράζεται ρητά στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος ή σε άλλη διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, οι αρχές λειτουργίας των θεσμών δεν είναι θέσφατα, αλλά η εξέλιξή τους συνδέεται με τις ιστορικές εξελίξεις. Ναι μεν λόγω της φύσης τους είναι μακρόβιες, αλλά στα κράτη δικαίου, τα οποία κυβερνώνται με βάση τον ορθό λόγο, επανεξετάζονται με ποικίλες αφορμές με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Άλλωστε, μέσα από εξελικτική διαδικασία και καμπές της πολιτικής ιστορίας της χώρας μας φθάσαμε στο Σύνταγμα του 1975 και στις αναθεωρήσεις του και κανείς δεν νομιμοποιείται να εμποδίσει τις προσπάθειες για την περαιτέρω βελτίωση της λειτουργίας των θεσμών.
Εν προκειμένω, η απουσία παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικά επιβαλλόμενης απαρτίας για την ψήφιση των νόμων δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε ανέλεγκτο δόγμα, αλλά στόχευε στην εδραίωση και την προστασία της κυρίαρχης θέσης της Βουλής στο θεσμικό σύστημα λόγω της άμεσης λαϊκής νομιμοποίησής της. Η θέση αυτή εδραιώθηκε χάρη στη μακροχρόνια πολιτειακή ομαλότητα και κανείς δεν δύναται να την αμφισβητήσει. Όταν όμως εμφανίζεται επανειλημμένα το φαινόμενο ψήφισης νόμων από λίγους, π.χ. 30-40 βουλευτές, οφείλουμε να αναστοχαστούμε επί του κανόνα ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η εσωτερική αντισυνταγματικότητα των νόμων. Το φαινόμενο αυτό αφήνει ανεπηρέαστη την ποιότητα του νομοθετικού έργου και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας; Είναι θετικό, αρνητικό ή αδιάφορο φαινόμενο; Αν είναι αρνητικό, υπάρχει άραγε νόμιμος τρόπος αποφυγής του; Μη υφισταμένου κανενός θεσμικού ελέγχου ούτε από τη δικαιοσύνη, η νομοθετική λειτουργία ενθαρρύνεται να συνεχίζει να νομοθετεί με τον ίδιο τρόπο. Αλληλοτροφοδοτείται, λοιπόν, ένας κύκλος: η δικαστική λειτουργία του κράτους εφαρμόζει χωρίς έλεγχο τους νόμους που ψηφίστηκαν χωρίς τη συνταγματικά επιβαλλόμενη απαρτία και έτσι ενθαρρύνει εμμέσως το φαινόμενο της θέσπισης νόμων χωρίς την απαιτούμενη απαρτία. Και αυτό διότι λείπουν οι έλεγχοι και τα αντίβαρα (τα περίφημα checks and balances του Συντάγματος των Η.Π.Α.) που διασφαλίζουν την ισορροπία των τριών συνταγματικά διακεκριμένων λειτουργιών του κράτους και συνακόλουθα την ποιότητα της λειτουργίας του πολιτεύματος. Οι δικαστές ενεργώντας ως πολίτες, δηλαδή όχι κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους, αλλά ερειδόμενοι στις εμπειρίες και στις δυνατότητες που τους προσφέρει ο θεσμικός τους ρόλος, είναι ή όχι σκόπιμο να συζητήσουν δημοσίως επί του ζητήματος; Περαιτέρω, αν και μέχρι πρότινος θεωρούνταν λυμένο, στη σημερινή κατάσταση του διαφαινόμενου αναπροσδιορισμού ορισμένων συνταγματικών εννοιών θα μπορούσε να διατυπωθεί ευπρεπώς το εξής ζήτημα: είναι συνταγματικά ανεκτή η εκ νέου ερμηνεία του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο της εσωτερικής αντισυνταγματικότητας των νόμων και να θεωρείται ότι οι νόμοι που ψηφίζονται χωρίς την απαιτούμενη απαρτία θεσπίζονται κατά κατάλυση του Συντάγματος και ως εκ τούτου τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην τους εφαρμόζουν ή μήπως πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στο Σύνταγμα από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή;

Β) Μέρος της πολυνομίας που χαρακτηρίζει την ελληνική έννομη τάξη είναι και η τροποποίηση βασικών νομοθετημάτων καθημερινής δικαστικής εφαρμογής και ιδίως των δύο κωδίκων, πολιτικής και ποινικής δικονομίας, με συχνότητα περίπου μία φορά ετησίως. Εάν οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήταν επιτυχημένες, είναι φανερό ότι δεν θα επιχειρούνταν σύντομα εκ νέου τροποποίηση. Σε αυτή τη σειρά των νομοθετικών μεταβολών, το δικαστικό σώμα, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει θέση μόνιμου θεσμικού συνομιλητή, αν και θα έπρεπε, όχι για να σφετερισθεί τις αρμοδιότητες της νομοθετικής λειτουργίας, αλλά για να συνεισφέρει τις σκέψεις και τα συμπεράσματά του που αποτελούν το αποτέλεσμα της καθημερινής εφαρμογής του δικαίου. Η απουσία αυτή καθίσταται πιο ευδιάκριτη, επειδή για πληθώρα άλλων νομοσχεδίων ο αρμόδιος υπουργός καλεί σε διάλογο τους λεγόμενους κοινωνικούς εταίρους ή όσους κλάδους επηρεάζονται από τις ρυθμίσεις του. Ασφαλώς, το δικαστικό σώμα δεν είναι κοινωνικός εταίρος, αλλά ενσαρκώνει θεσμικά την τρίτη λειτουργία του κράτους και ταυτόχρονα αποτελεί εκ των πραγμάτων σώμα επιστημόνων. Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να του αναγνωρίζεται και, ενδεχομένως, οφείλει να αξιώσει μόνιμο θεσμικό ρόλο στις διαδικασίες που σχετίζονται με την τροποποίηση των κωδίκων και των λοιπών νομοθετημάτων συχνής δικαστικής εφαρμογής. Αφ’ ενός, η συμμετοχή ενός δικαστικού λειτουργού στις σχετικές επιτροπές δεν επιλύει το πρόβλημα, διότι αυτός παρά την επιστημονική κατάρτισή του εκφράζει μάλλον τις προσωπικές του θέσεις και όχι αυτές του σώματος, πράγμα φυσιολογικό, διότι δεν συμμετέχει ως εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Αφ’ ετέρου, η δυνατότητα συμμετοχής στη δημόσια διαβούλευση δεν επιλύει το ζήτημα, διότι το ζητούμενο δεν είναι μόνον η ατομική έκφραση της επιστημονικής άποψης ορισμένων δικαστικών λειτουργών, αλλά η ύπαρξη συλλογικής - θεσμικής εκπροσώπησης του δικαστικού σώματος στις διαδικασίες τροποποίησης των βασικών νομοθετημάτων που επηρεάζουν καθημερινά τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης.
Οι γνώσεις και οι γνώμες των δικαστικών λειτουργών θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (Ε.Δ.Ε.), προκειμένου να προταθούν στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές ως θέσεις της, π.χ. με τη σύσταση ομάδων εργασίας από την Ε.Δ.Ε., οι οποίες θα συγκεντρώνουν μέσω του διαδικτύου τη γνώμη όσων δικαστών ενδιαφέρονται να την εκφράσουν επί των ερωτημάτων που θα τίθενται κάθε φορά και έτσι θα σχηματίζεται μία εικόνα για τις απόψεις του δικαστικού σώματος, οι οποίες έπειτα από μελέτη και επεξεργασία θα μπορούν να προβάλλονται από την Ε.Δ.Ε. ως απόψεις του δικαστικού σώματος. Τότε, ανεξαρτήτως της συμμετοχής ή μη δικαστικού λειτουργού στις σχετικές επιτροπές, η ανακοίνωση των θέσεων της Ε.Δ.Ε. επί των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων και μάλιστα έπειτα από προπαρασκευαστική διαδικασία θα είχε βαρύτητα και οι επιστημονικές μας απόψεις δεν θα ήταν εύκολο να αγνοηθούν. Το ίδιο ισχύει και για νομοθετήματα σπάνιας εφαρμογής, τα οποία όμως λόγω του μείζονος θεσμικού χαρακτήρα τους επηρεάζουν ουσιωδώς το δημόσιο βίο και οδηγούν στο σχηματισμό αδικαιολόγητων απόψεων για τους δικαστές εντός της κοινωνίας, π.χ. νόμος περί ευθύνης υπουργών.

Γ) Όσοι εστιάζουν την προσοχή τους στη χαμηλή ταχύτητα της ελληνικής δικαιοσύνης πρέπει να πληροφορηθούν ότι ικανό μέρος των μηνύσεων, προέρχεται από τα ίδια τα όργανα του κράτους (αστυνομικές, φορολογικές αρχές, υπαλλήλους της πολεοδομίας και ασφαλιστικών οργανισμών) και όχι από τους ιδιώτες. Το κράτος βρίσκεται σε κυρίαρχη θέση σε σχέση με τους πολίτες, διαθέτει τον Κ.Ε.Δ.Ε. και τη δημόσια διοίκηση, δηλαδή τα νομικά και υλικά μέσα επιβολής της νομιμότητας και ως εκ τούτου δύναται να ελέγχει και να κολάζει τις παραβατικές συμπεριφορές (παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας). Παρά ταύτα, οι υπόλοιποι θεσμοί (εκτελεστική και νομοθετική λειτουργία και δημόσια διοίκηση) διαχρονικά αποφεύγουν να αξιοποιούν την κυρίαρχη θέση του κράτους για την πάταξη της παρανομίας και καταφεύγουν στο ποινικό δίκαιο. Υποβάλλοντας μηνύσεις κατά των παρανομούντων πολιτών το κράτος αντιδικεί με αυτούς, τους ταλαιπωρεί με ποινικές διαδικασίες και υποβιβάζει την κρατική εξουσία σε ρόλο διαδίκου. Πληθώρα τέτοιων υποθέσεων δικαζόταν από τα πλημμελειοδικεία σε κάθε ποινική δικάσιμο πριν την ψήφιση του ν.3904/2010 και μέχρις ενός βαθμού δικάζονται και σήμερα. Αυτή η επιλογή πρωτίστως της εκτελεστικής και δευτερευόντως της νομοθετικής λειτουργίας του κράτους συμβάλλει στη βραδυπορία απονομής της δικαιοσύνης και δημιουργεί την ψευδή εντύπωση ότι όλες οι υπάρχουσες υποθέσεις αντιστοιχούν σε ένδικα βοηθήματα που άσκησαν πολίτες, οι οποίοι δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους.
Ειδικά στα φορολογικά και τα περί την ασφαλιστική εισφοροδιαφυγή ποινικά αδικήματα, θεσπίστηκε, άλλοτε με δικαιϊκά και άλλοτε με ανθρωπιστικά, φιλολαϊκά ή εισπρακτικά κίνητρα, μια σειρά διατάξεων, η εφαρμογή των οποίων επιβραδύνει τη διεξαγωγή των δικών. Π.χ. η υποχρέωση να αναστέλλεται η ποινική διαδικασία, όταν ο οφειλέτης ρυθμίζει την οφειλή του (άρθρο 25 παρ.5 ν.1882/1990, όπως ισχύει) και όταν εκκρεμεί προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 21 παρ.3 ν.2523/1997). Επίσης, η μεταβολή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου (άρθρο 10 παρ.4 ν.3904/2010) είχε ως συνέπεια την αναγκαστική επιβράδυνση της εκδίκασης των υποθέσεων πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολική αξίας άνω των 3.000 ευρώ, δηλαδή της πλειονότητας των υποθέσεων αυτών, λόγω της καθ’ ύλην αναρμοδιότητας, την οποία διαπιστώνουν οι δικαστές στο ακροατήριο του μονομελούς πλημμελειοδικείου και διαβιβάζουν τη δικογραφία στον εισαγγελέα, δηλαδή απέχουν υποχρεωτικά από την εκδίκασή τους. Έτσι, αφ’ ενός η δικαιοσύνη γίνεται δέκτης μομφών για βραδεία λειτουργία και λαμβάνονται μέτρα επιτάχυνσης και αφ’ ετέρου τα δικαστήρια υποχρεούνται να εφαρμόζουν νομοθετικές διατάξεις που, ανεξαρτήτως των κινήτρων θέσπισής τους, οδηγούν σε αλλεπάλληλες αναβολές πολλών υποθέσεων και σε ανακύκλωση των δικογραφιών από δικάσιμο σε δικάσιμο. Το δικαστικό σώμα αδίκως χρεώνεται αυτή την επιβράδυνση με συνέπεια την αμαύρωση της δημόσιας εικόνας του, πρέπει δε να επισημανθεί στους φορείς των δύο άλλων λειτουργιών του κράτους, στην ελληνική κοινωνία αλλά και στους αλλοδαπούς φορείς που ενδεχομένως θα αρχίσουν να μέμφονται τη δικαστική λειτουργία της χώρας για τη χαμηλή ταχύτητά της, ότι όσο το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται και μάλιστα με αντιφατικό τρόπο ως μέσο πίεσης των κάθε είδους παραβατών, είτε ελλείψει μεθοδικότητας είτε ελλείψει θάρρους αντιμετώπισης της παραβατικότητας με διοικητικά μέτρα, τα οποία μπορεί να είναι δραστικότερα από τις ποινές που επιβάλλονται, αλλά συχνά δεν εκτελούνται, η συζήτηση για την επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης θα είναι ημιτελής και αποπροσανατολισμένη.

Δ) Οι πολίτες τείνουν σε ορισμένο βαθμό να αποδίδουν στη δικαιοσύνη την ευθύνη για την ατιμωρησία που επικρατεί και οδηγεί στην ασυδοσία και στην αύξηση της εγκληματικότητας. Αρκετοί εξ ημών ακούσαμε τις απλουστευτικές φράσεις “η αστυνομία συλλαμβάνει τους κακοποιούς αλλά τα δικαστήρια τους αφήνουν ελεύθερους’’ και “οι κακοποιοί κυκλοφορούν ελεύθεροι’’, οι οποίες έρχονται συχνά στα χείλη πολλών πολιτών. Αφ’ ενός λόγω των πλειόνων τρόπων έκτισης της ποινής (αναστολή εκτέλεσης, μετατροπή σε χρήμα, σε κοινωφελή εργασία, ευεργετικός υπολογισμός με ημέρες εργασίας, απόλυση υφ’ όρον) και αφ’ ετέρου λόγω των συχνά επαναλαμβανόμενων νομοθετικών πρωτοβουλιών, με τις οποίες ελλείψει επαρκούς χώρου στις φυλακές μεγάλος αριθμός κρατουμένων αποφυλακίζεται, ενώ δεν έχει εκτίσει την ποινή του, έχει μονιμοποιηθεί το φαινόμενο της επιβολής ποινών, οι οποίες στην πραγματικότητα εκτίονται σε μικρό βαθμό ή δεν εκτίονται καθόλου. Είναι δεδομένο ότι υπάρχει μεγάλη διάσταση μεταξύ των επιβαλλόμενων και των εκτελούμενων ποινών, γεγονός που αναιρεί τη σοβαρότητα της ποινικής δίκης. Η εναλλακτική έκτιση της ποινής είναι ορθή αλλά μετά από ουσιαστική δικαστική κρίση. Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες υποβίβασε τους δικαστές και συνεχίζει να τους υποβιβάζει σε μέσα μίας οιονεί αυτόματης αναίρεσης - απαξίωσης των ποινών που οι ίδιοι καλούνται να επιβάλλουν. Δηλαδή, εισήχθη η σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα ότι στην πραγματικότητα θα εκτιθεί μικρό μέρος της ποινής ή και καθόλου, η οποία επαληθεύεται από την οιονεί μηχανική αναστολή εκτέλεσης ή μετατροπή της σε χρήμα και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Και αυτό διότι κάθε φορά που επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, εφαρμόζονται σχεδόν υποχρεωτικά και άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αναιρούν ουσιαστικά το νόημά της χωρίς παρεμβολή ουσιαστικής δικαστικής κρίσης και παρά τις ενδόμυχες αντιρρήσεις του δικαστή. Επ’ αυτού σημειωτέον ότι αφ’ ενός είναι γνωστό ότι το ποινικό μητρώο πολύ συχνά είναι ανεπαρκές αποδεικτικό μέσο για την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και αφ’ ετέρου ότι σπανίως ο δικαστής έχει άλλα δεδομένα που επιτρέπεται να λάβει υπ’ όψιν και να αποτυπώσει γραπτώς για την ειδικά αιτιολογημένη άρνηση χορήγησης αναστολής εκτέλεσης ή μετατροπής της ποινής σε χρήμα. Οι συμπολίτες μας πρέπει να γνωρίζουν ότι η ατιμωρησία της εγκληματικότητας που οδηγεί σε ασυδοσία δεν οφείλεται στους δικαστές αλλά στην αντιφατική νομοθεσία που αφ’ ενός προβλέπει υψηλές ποινές και αφ’ ετέρου πολλούς τρόπους, για να μην εκτιθούν. Για την ψήφιση των διατάξεων αυτών δεν έγινε ποτέ κανένας κοινωνικός διάλογος ούτε ρωτήθηκε η γνώμη του δικαστικού σώματος, τα μέλη του οποίου και ειδικά οι εισαγγελείς θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σημαντικά λόγω της έντονης ενασχόλησής τους με την εκτέλεση των ποινών και το σωφρονιστικό σύστημα.

Πολλά από τα ανωτέρω ηχούν καινοφανή, ίσως ατελή, κοινότοπα ή αδιάφορα. Οι κρίσεις ψόγου είναι ασφαλείς στις σταθερές περιόδους, όταν οι θεσμικοί ρόλοι είναι επίσης σταθεροί. Σε ρευστές καταστάσεις, στις οποίες τείνουν να αναδιαταχθούν οι θεσμοί και να επαναπροσδιορισθούν οι σταθερές του κοινωνικού βίου, όπως συμβαίνει σήμερα, αναλαμβάνονται εμφανείς και αφανείς πρωτοβουλίες για την εξεύρεση νέων θεσμικών ισορροπιών. Ήδη η εκτελεστική λειτουργία του κράτους κινήθηκε προς την κατεύθυνση που θα καθορίσει τα της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών τις επόμενες δεκαετίες. Αναφέρομαι στα σημεία του νομοσχεδίου για τον Οργανισμό Δικαστηρίων που σχετίζονται με τη διάρθρωση των εισαγγελιών, τις προαγωγές και την παύση των δικαστικών λειτουργών και απορρίφθηκαν από τη διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Δεν είναι ευδιάκριτο, ποιά κατάσταση θα βιώσουμε τα επόμενα χρόνια από άποψης ισχύος των θεσμών αλλά είναι μάλλον βέβαιο ότι τα πράγματα θα μεταβληθούν. Το δικαστικό σώμα οφείλει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της διόρθωσης των υπαρχόντων θεσμικών σφαλμάτων και της αποτροπής νέων. Προϋπόθεση είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι παρήλθε μάλλον ανεπιστρεπτί ο καιρός που η κύρια θέση για την αντιμετώπιση κάθε προβλήματος στο χώρο μας ήταν το αίτημα για αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστών και να αρθρώνουμε συχνότερα, κυρίως διά της Ε.Δ.Ε., δημόσιο, επιστημονικό ή απλούστερο λόγο, αναλόγως των περιστάσεων και του παραλήπτη, πράγμα ίσως ασυνήθιστο για τα μέχρι τώρα ισχύοντα. Θεωρώ ότι αυτό είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της θεσμικής θέσης και του κύρους που επιθυμούμε να έχει το δικαστικό σώμα. Η πληροφόρηση της ελληνικής κοινωνίας για το ρόλο, τις δυνατότητες και τις υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών είναι σημαντική, αφ’ ενός για να μας αντιμετωπίζουν ορθολογικά οι συμπολίτες μας, δηλαδή να παύσουν να μας μυθοποιούν ή να μας απαξιώνουν συλλήβδην και απλουστευτικά και αφ’ ετέρου, διότι μόνον όταν γνωρίζει η κοινωνία την αλήθεια για τη δικαιοσύνη θα προσφέρει στους λειτουργούς της την ηθική υποστήριξή της, δηλαδή θα συνεχίσει να τους προσφέρει το απαιτούμενο κύρος.
Η ιδιότητά μας ως δικαστών δεν αναιρεί την ιδιότητά μας ως πολιτών, το δε κόστος της διατήρησης της θεσμικής ανισορροπίας και των ανορθολογισμών σε καίρια τμήματα της νομοθεσίας είναι μεγαλύτερο από το κόστος διόρθωσής τους. Τέλος, από πουθενά δεν συνάγεται ότι η ευπρεπής συμπεριφορά που επιβάλλει ο θεσμικός ρόλος μας, επιτρέπεται να μας εγκλωβίσει σε μία δήθεν ευπρεπή αλλά ουσιαστικά αδρανή στάση που θα καταστήσει δυνατή τη φαλκίδευσή του.

Γιώργος Πλαγάκος
Πρωτοδίκης


======================
το κείμενο μου απέστειλε με mail ο συνάδελφος και λόγω χώρου στο blog το αναρτώ εδώ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dikastis.blogspot.com/
proto2007



Αριθμός μηνυμάτων : 83
Ημερομηνία εγγραφής : 08/07/2011
Ηλικία : 39
Τόπος : Θεσσαλονικη-Κατερινη

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Μερικές σκέψεις   Τρι Νοε 01, 2011 4:13 pm

dikastis.gr έγραψε:

Γ) Όσοι εστιάζουν την προσοχή τους στη χαμηλή ταχύτητα της ελληνικής δικαιοσύνης πρέπει να πληροφορηθούν ότι ικανό μέρος των μηνύσεων, προέρχεται από τα ίδια τα όργανα του κράτους (αστυνομικές, φορολογικές αρχές, υπαλλήλους της πολεοδομίας και ασφαλιστικών οργανισμών) και όχι από τους ιδιώτες. Το κράτος βρίσκεται σε κυρίαρχη θέση σε σχέση με τους πολίτες, διαθέτει τον Κ.Ε.Δ.Ε. και τη δημόσια διοίκηση, δηλαδή τα νομικά και υλικά μέσα επιβολής της νομιμότητας και ως εκ τούτου δύναται να ελέγχει και να κολάζει τις παραβατικές συμπεριφορές (παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας).
Γιώργος Πλαγάκος
Πρωτοδίκης


======================
το κείμενο μου απέστειλε με mail ο συνάδελφος και λόγω χώρου στο blog το αναρτώ εδώ

κ. συναδελφε, πολυ εμπεριστατωμενη αναλυση.
απλως επετρεψτε μου να διαφωνησω στο παραπανω σημειο..
η καθυστερηση της ποινικης δικης οφειλεται σε διαδικασιες ωρων και ημερων για τα αδικηματα της συκοφαντικης δυσφημησης, της ψευδορκιας, της απατης και της πλαστογραφιας, δηλαδη δίκες ουσιαστικα μεταξυ ιδιωτων, συνηθως με υποβαθρο καποιας αστικης δικης.. ποτε ή πολυ σπανια καθυστερουμε στην εδρα για αδικηματα στα οποια την ποινικη διαδικασια την ξεκινησαν οργανα του κρατους..
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
 
Μερικές σκέψεις
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
ΔΙΚΑΣΤΗΣ :: ΓΕΝΙΚΑ-
Μετάβαση σε: